Νομολογία ΕΔΔΑ
Αποφάσεις Υποθέσεων
V.C.L. και A.N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (2021, ΕΔΔΑ)
Οι προσφεύγοντες, δύο ανήλικοι πολίτες Βιετνάμ, εντοπίστηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο να εργάζονται σε παράνομα εργοστάσια καλλιέργειας κάνναβης. Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν ήδη εκτενείς δημόσιες και επίσημες αναφορές πως ανήλικοι από το Βιετνάμ αποτελούν συχνά θύματα εμπορίας ανθρώπων και εκμετάλλευσης σε τέτοιες εγκαταστάσεις, οι αρχές κίνησαν ποινικές διαδικασίες σε βάρος τους χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε αξιολόγηση του αν ήταν πιθανά θύματα εμπορίας.
Μεταγενέστερα, η αρμόδια αρχή αναγνώρισε ότι οι δύο ανήλικοι είχαν πράγματι πέσει θύματα εμπορίας ανθρώπων. Ωστόσο, η Εισαγγελία διαφώνησε με τη διαπίστωση αυτή και συνέχισε την ποινική δίωξη. Οι προσφεύγοντες δήλωσαν ένοχοι, καταδικάστηκαν, και οι προσφυγές τους απορρίφθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια, χωρίς να θεραπευτούν οι αρχικές παραλείψεις.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ανέπτυξε τις αρχές που διέπουν τη δίωξη πιθανών θυμάτων εμπορίας ανθρώπων υπό το πρίσμα του Άρθρου 4 της ΕΣΔΑ. Τόνισε ότι η έγκαιρη αναγνώριση πιθανών θυμάτων εμπορίας είναι κρίσιμη και ότι, όταν υπάρχουν εύλογες ενδείξεις εμπορίας, οι αρχές οφείλουν να προβαίνουν άμεσα σε διερεύνηση από κατάλληλα εκπαιδευμένα στελέχη. Ιδίως για τα παιδιά, το Δικαστήριο υπογράμμισε την ιδιαίτερη ευαλωτότητά τους και επανέλαβε ότι δεν απαιτείται απόδειξη εξαναγκασμού για να χαρακτηριστούν ως θύματα εμπορίας.
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι αρχές οφείλουν να αποφασίζουν για την άσκηση ποινικής δίωξης μόνο αφού ολοκληρωθεί η αξιολόγηση περί εμπορίας. Ακόμη και αν αποφασίσουν να συνεχίσουν τη δίωξη, η απόφαση αυτή πρέπει να βασίζεται σε σαφείς, επαρκείς και τεκμηριωμένους λόγους, σύμφωνους με τα διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων.
Στην προκειμένη υπόθεση, οι αρχές δεν έλαβαν τα αναγκαία επιχειρησιακά μέτρα για την προστασία των ανηλίκων και άσκησαν ποινική δίωξη χωρίς προηγούμενη και ουσιαστική αξιολόγηση της κατάστασής τους. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 4 της ΕΣΔΑ.
Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποτυχία των αρχών να εξετάσουν εγκαίρως αν οι προσφεύγοντες ήταν θύματα εμπορίας υπονόμευσε τον δίκαιο χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας. Οι ανήλικοι δεν μπορούσαν να αυτοπροσδιοριστούν ως θύματα ούτε να θεωρηθεί ότι παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους απλώς και μόνο επειδή δήλωσαν ένοχοι. Οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές δεν αιτιολόγησαν επαρκώς τη συνέχιση της δίωξης, παρά τη διαπίστωση εμπορίας από αρμόδιο όργανο, ενώ ούτε οι διαδικασίες σε δεύτερο βαθμό θεράπευσαν τις αρχικές παραλείψεις.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρξε και παραβίαση του Άρθρου 6 §1 της ΕΣΔΑ. Η απόφαση καθιερώνει σαφή υποχρέωση των κρατών να εντοπίζουν και να προστατεύουν πιθανά θύματα εμπορίας ανθρώπων, ιδίως ανηλίκους, πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης, επιβεβαιώνοντας ότι η αποτυχία αυτή συνιστά παραβίαση τόσο του Άρθρου 4 όσο και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
T.V. κατά Ισπανίας (2024, ΕΔΔΑ)
Η προσφεύγουσα, υπήκοος Νιγηρίας, υπέβαλε το 2011 καταγγελία στις ισπανικές αρχές, υποστηρίζοντας ότι την περίοδο 2003–2007 υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων από τη Νιγηρία προς την Ισπανία και εξαναγκάστηκε σε πορνεία από την C. Δήλωσε ότι κατά τη μεταφορά της ήταν ανήλικη (14 ετών), ότι στρατολογήθηκε μέσω συγγενικού προσώπου, υποβλήθηκε σε τελετουργικό «βουντού» για την εξασφάλιση της υπακοής της και τελούσε υπό απειλές κατά της οικογένειάς της. Παρέμεινε υπό τον έλεγχο της C. έως το 2007, οπότε διέφυγε, συνεχίζοντας να εργάζεται ως εκδιδόμενη σε διάφορες περιοχές της Ισπανίας.
Μετά την καταγγελία της κινήθηκε ποινική δίωξη, η οποία το 2013 τέθηκε προσωρινά στο αρχείο λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Κατόπιν έφεσης του εισαγγελέα, η έρευνα επανεκκινήθηκε, ολοκληρώθηκε το 2016 και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Σεβίλλης (Audiencia Provincial), το οποίο την έθεσε εκ νέου στο αρχείο· η απόφαση αυτή επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό. Το 2020 το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της ως απαράδεκτη.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπίστωσε ότι οι εθνικές αρχές είχαν εξαρχής αναγνωρίσει την προσφεύγουσα ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων και ότι στην περίπτωσή της πληρούνταν και τα τρία στοιχεία του διεθνούς ορισμού της εμπορίας («πράξη», «μέσα» και «σκοπός»), όπως προβλέπονται στο Πρωτόκολλο του Παλέρμο και στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης (2005). Οι ισχυρισμοί της παρέμειναν συνεπείς και επιβεβαιώνονταν από μαρτυρίες ΜΚΟ, ενώ τα μέσα στρατολόγησης που περιέγραψε (συγγενικός δεσμός, τελετουργικό βουντού, απειλές) αντιστοιχούσαν σε γνωστά πρότυπα εμπορίας θυμάτων από τη Νιγηρία.
Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινική έρευνα δεν ήταν αποτελεσματική: υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία, δεν διερευνήθηκαν βασικοί ισχυρισμοί σχετικά με τις συνθήκες άφιξης και «εργασίας» της, τις μετακινήσεις της και τις συλλήψεις της για παραβάσεις της μεταναστευτικής νομοθεσίας, ούτε συλλέχθηκαν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία ή μαρτυρίες. Οι αποφάσεις θέσης της υπόθεσης στο αρχείο ήταν συνοπτικές και ελλιπώς αιτιολογημένες, ενώ η εκτίμηση της ηλικίας της βασίστηκε σε αυθαίρετη ερμηνεία ιατροδικαστικών εκθέσεων, χωρίς συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η διερεύνηση των ισχυρισμών εμπορίας ανθρώπων παρουσίασε σοβαρές και ουσιώδεις ελλείψεις, συνιστώντας παραβίαση της δικονομικής υποχρέωσης του Άρθρου 4 της ΕΣΔΑ. Ο προσωρινός χαρακτήρας της θέσης στο αρχείο κρίθηκε ότι δεν αναιρεί τη διαπίστωση αυτή.
Krachunova κατά Βουλγαρίας (2023, ΕΔΔΑ)
Η Krachunova, νεαρή και ευάλωτη γυναίκα από χωριό της Βουλγαρίας, εξαναγκάστηκε από έναν άνδρα (τον Χ.) να εκδίδεται και να του παραδίδει τα κέρδη της. Ο Χ. καταδικάστηκε για εμπορία ανθρώπων. Η ίδια ζήτησε από τα βουλγαρικά δικαστήρια αποζημίωση τόσο για ηθική βλάβη όσο και για οικονομική ζημία (τα χρήματα που της είχε αφαιρέσει ο προαγωγός). Τα δικαστήρια της έδωσαν αποζημίωση μόνο για την ηθική βλάβη και απέρριψαν την οικονομική της αξίωση, λέγοντας ότι τα κέρδη από πορνεία αποκτήθηκαν με “παράνομο και ανήθικο τρόπο”.
Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 4, τονίζοντας ότι η Krachunova ήταν ξεκάθαρα θύμα εμπορίας, αφού ο δράστης την εκμεταλλεύτηκε, την απομόνωσε και την απείλησε, εκμεταλλευόμενος την ευαλωτότητά της, ότι το κράτος έχει θετική υποχρέωση να επιτρέπει στα θύματα εμπορίας να ζητούν αποζημίωση για τα κέρδη που τους στέρησαν οι διακινητές και ότι η άρνηση των βουλγαρικών δικαστηρίων με αιτιολογία περί «ανηθικότητας» του τρόπου αποκόμισης κερδών παραβιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αντιβαίνει στα διεθνή πρότυπα προστασίας θυμάτων.
B.B. κατά Σλοβακίας (2024, ΕΔΔΑ)
Η προσφεύγουσα, B.B., Ρομά πολίτης Σλοβακίας, γεννημένη το 1990, είχε ζήσει σε κρατική φροντίδα και αργότερα εξαναγκάστηκε σε γάμο. Το 2010, o Y. την έστειλε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να παρέχει σεξουαλικές υπηρεσίες ως εκδιδόμενη, παρακρατώντας όλα τα κέρδη της και προμηθεύοντάς τη με ναρκωτικά. Το 2012, διασώθηκε από τη MKO Στρατό της Σωτηρίας και επέστρεψε στη Σλοβακία, όπου αναγνωρίστηκε αρχικά ως θύμα εμπορίας ανθρώπων.
Ωστόσο, οι σλοβακικές αρχές αντιμετώπισαν την υπόθεση μόνο ως “μαστροπεία” (pimping) και όχι ως εμπορία ανθρώπων, παρότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις εμπορίας.
Ο Y. καταδικάστηκε το 2015 σε ένα έτος φυλάκιση με αναστολή, ποινή που επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό. Οι προσφυγές της B.B. στα ανώτερα δικαστήρια και στο Συνταγματικό Δικαστήριο απορρίφθηκαν.
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η εμπορία ανθρώπων εμπίπτει στο Άρθρο 4 και τα κράτη έχουν υποχρέωση να διερευνούν αποτελεσματικά κάθε βάσιμη υποψία εμπορίας.
Στην περίπτωση αυτή, υπήρχε σαφής και βάσιμη υποψία ότι η B.B. ήταν θύμα εμπορίας, αλλά οι αρχές περιορίστηκαν στη διερεύνηση του αδικήματος της μαστροπείας, απέτυχαν να συλλέξουν κρίσιμες μαρτυρίες από την οικογένεια ή άλλους μάρτυρες, δεν εξέτασαν την πιθανότητα εμπορίας και η διαδικασία διήρκεσε υπερβολικά.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η ποινική έρευνα στη Σλοβακία ήταν ουσιωδώς ελαττωματική, συνιστώντας παραβίαση του Άρθρου 4.
Η προσφεύγουσα παραπονέθηκε επίσης για την επαναλαμβανόμενη ανάκρισή της σχετικά με τραυματικά γεγονότα. Το Δικαστήριο όμως δεν διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 8, καθώς δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι η εξέτασή της έγινε με τρόπο που παραβίαζε την ιδιωτική της ζωή.
Rantsev κατά Κύπρου και Ρωσίας (2010, ΕΔΔΑ)
Η υπόθεση αφορά τον θάνατο της Oksana Rantseva, νεαρής γυναίκας από τη Ρωσία, η οποία είχε μεταβεί στην Κύπρο με visa «καλλιτέχνιδας» και βρέθηκε νεκρή, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, αφού είχε διαφύγει από τον εργοδότη της και παραδόθηκε από την αστυνομία πίσω σε αυτόν.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι τόσο η Κύπρος όσο και η Ρωσία παραβίασαν το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση δουλείας και αναγκαστικής εργασίας), καθώς δεν προστάτευσαν αποτελεσματικά την προσφεύγουσα από εμπορία ανθρώπων και για την Κύπρο διαπιστώθηκε επιπλέον παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη ζωή), καθώς δεν διερευνήθηκαν επαρκώς οι συνθήκες θανάτου της.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε για πρώτη φορά ρητά ότι η εμπορία ανθρώπων εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 4 της Σύμβασης, καθιερώνοντας τη νομική υποχρέωση των κρατών να προλαμβάνουν, να προστατεύουν και να διερευνούν τέτοιες υποθέσεις με τη δέουσα επιμέλεια.
Η υπόθεση θεωρείται ορόσημο στη νομολογία του ΕΔΔΑ, καθώς εδραίωσε το πλαίσιο των θετικών υποχρεώσεων των κρατών για την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων.
Chowdury and Others v. Greece (2017, ΕΔΔΑ)
Η υπόθεση αφορά εργάτες γης από το Μπαγκλαντές που απασχολούνταν σε καλλιέργειες φράουλας στη Μανωλάδα, υπό εξευτελιστικές και επικίνδυνες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, χωρίς αμοιβή και υπό την απειλή βίας. Όταν οι εργάτες ζήτησαν τα δεδουλευμένα τους, ένοπλοι επιστάτες τους πυροβόλησαν, τραυματίζοντας σοβαρά αρκετούς από αυτούς.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας), διαπιστώνοντας πως οι προσφεύγοντες υπήρξαν θύματα εμπορίας ανθρώπων υπό τη μορφή της καταναγκαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές δεν προστάτευσαν αποτελεσματικά τους εργάτες, δεν εντόπισαν εγκαίρως την εκμετάλλευση, και δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα και δίωξη των υπευθύνων.
Η απόφαση επεσήμανε τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους να προλαμβάνει, να ερευνά και να τιμωρεί τέτοια φαινόμενα, διασφαλίζοντας την προστασία των θυμάτων.
Μετά την έκδοσή της ασκήθηκε αναίρεση υπέρ του Νόμου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 2/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η υπόθεση Siliadin κατά Γαλλίας (ΕΔΔΑ, 26.07.2005) αφορά νεαρή από το Τόγκο, η οποία κρατήθηκε στη Γαλλία σε καθεστώς ειλωτείας και καταναγκαστικής εργασίας από οικογένεια που την εκμεταλλευόταν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία παραβίασε το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας), καθώς δεν διέθετε αποτελεσματικό νομικό πλαίσιο για την πρόληψη και τιμωρία τέτοιων φαινομένων. Το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη των βασικών παραγόντων που θεμελιώνουν κατάσταση ειλωτείας, δηλαδή «πέραν της υποχρέωσης παροχής ορισμένων υπηρεσιών για άλλους … η υποχρέωση του “δουλοπάροικου” να ζει στην περιουσία άλλου προσώπου και η αδυναμία να μεταβάλει την κατάστασή του».
I.C. v. THE REPUBLIC OF MOLDOVA
Η υπόθεση I.C. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας (ΕΔΔΑ, 27.02.2025) αφορά γυναίκα με νοητική αναπηρία, η οποία, αφού απομακρύνθηκε από κρατική φροντίδα στο πλαίσιο «αποϊδρυματοποίησης», υπέστη εργασιακή εκμετάλλευση και σεξουαλική κακοποίηση σε αγρόκτημα όπου ζούσε χωρίς αμοιβή. Το Δικαστήριο διαπίστωσε πολλαπλές παραβιάσεις των άρθρων 3, 4, 8 και 14 της ΕΣΔΑ, επισημαίνοντας την ανεπαρκή προστασία και έρευνα των αρχών, καθώς και τη διακριτική και στερεοτυπική στάση απέναντι σε γυναίκα με αναπηρία. Πρόκειται για εμβληματική απόφαση σχετικά με την ευαλωτότητα, την αναπηρία και την έμφυλη διάσταση της εκμετάλλευσης.
C.N. and V. v. FRANCE (2012, ΕΔΔΑ)
Η υπόθεση C.N. και V. κατά Γαλλίας (ΕΔΔΑ, 2012) αφορά δύο ανήλικες αδελφές από το Μπουρούντι, που μεταφέρθηκαν στη Γαλλία από τη θεία τους και τον σύζυγό της — άτομα με διπλωματική ασυλία — και ζούσαν σε συνθήκες εκμετάλλευσης οικιακής εργασίας, χωρίς αμοιβή και με περιορισμούς στην εκπαίδευση και την ελευθερία τους. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Γαλλία παραβίασε το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ ως προς τη μία αδελφή, η οποία δεν πήγαινε σχολείο και ζούσε σε πλήρη απομόνωση, αναγνωρίζοντας ότι βρισκόταν σε καθεστώς αναγκαστικής εργασίας και ειλωτείας.
Νομολογία ΕΔΔΑ
- Αποφάσεις Υποθέσεων
V.C.L. και A.N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. 74603/12 και 77587/12) Γεγονότα Οι προσφεύγοντες, δύο ανήλικοι Βιετναμέζοι, εντοπίστηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο να εργάζονται σε παράνομα εργοστάσια κάνναβης. Αν και υπήρχαν ήδη δημόσιες αναφορές ότι ανήλικοι από το Βιετνάμ πέφτουν συχνά θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης σε τέτοιες εγκαταστάσεις, οι αρχές τους κίνησαν ποινικές διαδικασίες σε βάρος τους χωρίς προηγούμενη εκτίμηση εάν τυγχάνουν πιθανά θύματα εμπορίας. Η αρμόδια αρχή αργότερα αναγνώρισε ότι είχαν όντως πέσει θύματα εμπορίας, αλλά η Εισαγγελία διαφώνησε και συνέχισε την ποινική διαδικασία σε βάρος τους. Οι δύο ανήλικοι δήλωσαν ένοχοι και καταδικάστηκαν, ενώ οι προσφυγές τους απορρίφθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια. Σκεπτικό του Δικαστηρίου Το ΕΔΔΑ ανέπτυξε τις αρχές που διέπουν τη δίωξη πιθανών θυμάτων εμπορίας ανθρώπων υπό το πρίσμα του Άρθρου 4 της ΕΣΔΑ:
Στην υπόθεση αυτή, οι αρχές δεν ανέλαβαν τα απαραίτητα επιχειρησιακά μέτρα για την προστασία των δύο ανηλίκων και άσκησαν ποινική δίωξη σε βάρος τους χωρίς κατάλληλη αξιολόγηση της κατάστασής τους. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 4. Άρθρο 6 – Δίκαιη Δίκη Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αποτυχία των αρχών να εξετάσουν έγκαιρα αν οι προσφεύγοντες ήταν θύματα εμπορίας υπονόμευσε τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης.
Κατά συνέπεια, υπήρξε και παραβίαση του Άρθρου 6 §1. Αποζημίωση (Άρθρο 41) Το Δικαστήριο επιδίκασε 25.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα για ηθική βλάβη. Σημασία της υπόθεσης Η απόφαση καθιερώνει σαφή ευθύνη των κρατών να εντοπίζουν και να προστατεύουν πιθανά θύματα εμπορίας, ιδίως ανήλικους, πριν προχωρήσουν σε ποινική δίωξη. |
T.V. κατά Ισπανίας – 22512/21 Άρθρο 4 – Απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας Θετικές υποχρεώσεις – Αποτελεσματική έρευνα Σημαντικές ελλείψεις στην εσωτερική δικονομική αντιμετώπιση βάσιμης καταγγελίας για εμπορία ανθρώπων και εξαναγκασμό σε πορνεία, υποστηριζόμενης από πρωτογενή αποδεικτικά στοιχεία: παραβίαση Γεγονότα Το 2011 η προσφεύγουσα, υπήκοος Νιγηρίας, υπέβαλε ποινική καταγγελία στις ισπανικές αρχές, υποστηρίζοντας ότι την περίοδο 2003–2007 υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων από τη Νιγηρία προς την Ισπανία και εξαναγκάστηκε σε πορνεία από την C. Υποστήριξε ότι κατά τη μεταφορά της ήταν δεκατεσσάρων ετών και παρέμεινε υπό τον έλεγχο της C. έως το 2007, οπότε κατόρθωσε να διαφύγει και συνέχισε να εργάζεται ως εκδιδόμενη σε διάφορες περιοχές της Ισπανίας. Κατόπιν της καταγγελίας της, κινήθηκε ποινική δίωξη, όμως η καταγγελία το 2013 τέθηκε προσωρινά στο αρχείο λόγω έλλειψης αποδείξεων. Περίπου έναν χρόνο αργότερα το εφετείο επέτρεψε την έφεση του εισαγγελέα και διέταξε τη συνέχιση της έρευνας. Το 2016 η έρευνα ολοκληρώθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Σεβίλλης (Audiencia Provincial), το οποίο την έθεσε εκ νέου στο αρχείο· η απόφαση αυτή επικυρώθηκε κατόπιν έφεσης. Το 2020 το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της (amparo) ως απαράδεκτη. Άρθρο 4 της Σύμβασης Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι εθνικές αρχές αντιμετώπισαν εξαρχής την προσφεύγουσα ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων. Επιπλέον, και τα τρία στοιχεία του διεθνούς ορισμού της εμπορίας – «πράξη», «μέσα» και «σκοπός» – όπως ορίζονται στο άρθρο 3(α) του Πρωτοκόλλου του Παλέρμο και στο άρθρο 4(α) της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων, πληρούνταν στην περίπτωσή της. Οι ισχυρισμοί της για εμπορία και εξαναγκασμό σε πορνεία παρέμειναν συνεπείς και συμβατοί με τις μαρτυρίες που είχε δώσει σε ΜΚΟ που την υποστήριζαν. Η αναφορά της σε στρατολόγηση μέσω συγγενικού προσώπου, η χρήση τελετουργικού «βουντού» για την εξασφάλιση της υπακοής και οι απειλές κατά της οικογένειάς της, αντιστοιχούσαν σε γνωστά μέσα στρατολόγησης θυμάτων στη Νιγηρία, ιδίως στο Benin City. Η προσφεύγουσα είχε περιγράψει λεπτομερώς τη συνεχή παρακολούθησή της, την παρακράτηση των εσόδων της, και την οργάνωση από την C. της διαμονής, μετακίνησης και των συνθηκών «εργασίας» της. Ήταν πρόδηλο ότι βρισκόταν σε κατάσταση ακραίας ευαλωτότητας μεταξύ 2003 και 2011. Το ενδεχόμενο ότι είχε αρχικά συναινέσει δεν ήταν κρίσιμο, καθώς κατά τον διεθνή ορισμό, η συναίνεση είναι ανίσχυρη όταν χρησιμοποιούνται τα μέσα εμπορίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε υποβάλει βάσιμη και τεκμηριωμένη καταγγελία ότι υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων και εξαναγκασμού σε πορνεία. Συμμόρφωση με τη δικονομική υποχρέωση του άρθρου 4 Με βάση τις αρχές της απόφασης S.M. κατά Κροατίας [GC], το Δικαστήριο εξέτασε εάν η έρευνα των αρχών ήταν αποτελεσματική. Αν και οι αρχές άνοιξαν επισήμως έρευνα, παρείχαν στην προσφεύγουσα καθεστώς προστατευόμενης μάρτυρος και άδεια παραμονής, η έρευνα παρουσίασε σοβαρές ελλείψεις: (i) Έλλειψη δέουσας επιμέλειας στο αρχικό στάδιο: (ii) Παράλειψη προφανών ερευνητικών βημάτων:
Επιπλέον, οι αρχές δεν ερεύνησαν ουσιαστικά την εργασία της στο κλαμπ «R.» παρότι είχε δώσει λεπτομερή περιγραφή. Οι ενέργειες περιορίστηκαν στην εξέταση δύο υπευθύνων του κλαμπ χωρίς επαλήθευση των αντιφάσεών τους. Δεν αναζητήθηκαν αρχεία αστυνομικών ελέγχων ηλικίας ή άλλα στοιχεία για το κλαμπ. Ομοίως, δεν τέθηκαν βασικά ερωτήματα σε κρίσιμους μάρτυρες, δεν εντάχθηκαν στο φάκελο οι αστυνομικές καταγραφές των συλλήψεων ούτε διασταυρώθηκαν με τις δηλώσεις της. Παρότι η αστυνομία είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχε καταγραφή εισόδου της στην Ισπανία, οι αρχές δεν απηύθυναν κανένα αίτημα στις γαλλικές αρχές για σχετικές πληροφορίες. (iii) Ελλιπής αιτιολογία της απόφασης για προσωρινή θέση στο αρχείο: Η εκτίμηση της ηλικίας της βασίστηκε σε ιατροδικαστικές εκθέσεις του 2015 και 2016 που απλώς καθόριζαν ελάχιστη ηλικία· ωστόσο το δικαστήριο τις ερμήνευσε αυθαίρετα, θεωρώντας ότι το 2003 η προσφεύγουσα ήταν 6 ετών (!), χωρίς αιτιολόγηση ή συνεκτίμηση άλλων αποδείξεων. Η ανάλυση περιορίστηκε σε αυτό το σημείο, αγνοώντας το σύνολο των στοιχείων που αφορούσαν τις συνθήκες εμπορίας. Συμπέρασμα Η εφαρμογή των ποινικών διαδικασιών στην παρούσα υπόθεση υπήρξε ελλιπής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνιστά παραβίαση της δικονομικής υποχρέωσης του άρθρου 4. Απόφαση: Παραβίαση (ομόφωνα) |
Krachunova κατά Βουλγαρίας (αρ. 18269/18) Υπόθεση Η Krachunova, νεαρή και ευάλωτη γυναίκα από χωριό της Βουλγαρίας, εξαναγκάστηκε από έναν άνδρα (τον Χ.) να εκδίδεται και να του παραδίδει τα κέρδη της. Ο Χ. καταδικάστηκε για εμπορία ανθρώπων. Απόφαση του ΕΔΔΑ Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 4.
Αποζημίωση Το ΕΔΔΑ επιδίκασε:
|
Τα γεγονότα Η προσφεύγουσα, B.B., Ρομά πολίτης Σλοβακίας, γεννημένη το 1990, είχε ζήσει σε κρατική φροντίδα και αργότερα εξαναγκάστηκε σε γάμο. Το 2010, ένας άνδρας ( Y.) την έστειλε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να παρέχει σεξουαλικές υπηρεσίες ως εκδιδόμενη, παρακρατώντας όλα τα κέρδη της και προμηθεύοντάς τη με ναρκωτικά. Το 2012, διασώθηκε από τον Στρατό της Σωτηρίας και επέστρεψε στη Σλοβακία, όπου αναγνωρίστηκε αρχικά ως θύμα εμπορίας ανθρώπων. Ωστόσο, οι σλοβακικές αρχές αντιμετώπισαν την υπόθεση μόνο ως “μαστροπεία” (pimping) και όχι ως εμπορία ανθρώπων, παρότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις εμπορίας. Ο Y. καταδικάστηκε το 2015 σε ένα έτος φυλάκιση με αναστολή, ποινή που επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό. Οι προσφυγές της B.B. στα ανώτερα δικαστήρια και στο Συνταγματικό Δικαστήριο απορρίφθηκαν. Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η εμπορία ανθρώπων εμπίπτει στο Άρθρο 4 και τα κράτη έχουν υποχρέωση να διερευνούν αποτελεσματικά κάθε βάσιμη υποψία εμπορίας.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η ποινική έρευνα στη Σλοβακία ήταν ουσιωδώς ελαττωματική, συνιστώντας παραβίαση του Άρθρου 4. Άρθρο 8 – Ιδιωτική ζωή Η προσφεύγουσα παραπονέθηκε επίσης για την επαναλαμβανόμενη ανάκρισή της σχετικά με τραυματικά γεγονότα. Το Δικαστήριο όμως δεν διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 8, καθώς δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι η εξέτασή της έγινε με τρόπο που παραβίαζε την ιδιωτική της ζωή. Αποζημίωση (Άρθρο 41) Η Σλοβακία υποχρεώθηκε να καταβάλει:
|
Rantsev v. Cyprus and Russia (2010, ΕΔΔΑ) Η υπόθεση αφορά τον θάνατο της Oksana Rantseva, νεαρής γυναίκας από τη Ρωσία, η οποία είχε μεταβεί στην Κύπρο με visa «καλλιτέχνιδας» και βρέθηκε νεκρή, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, αφού είχε διαφύγει από τον εργοδότη της και παραδόθηκε από την αστυνομία πίσω σε αυτόν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι τόσο η Κύπρος όσο και η Ρωσία παραβίασαν το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση δουλείας και αναγκαστικής εργασίας), καθώς δεν προστάτευσαν αποτελεσματικά την προσφεύγουσα από εμπορία ανθρώπων και για την Κύπρο διαπιστώθηκε επιπλέον παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη ζωή), καθώς δεν διερευνήθηκαν επαρκώς οι συνθήκες θανάτου της. Το Δικαστήριο αναγνώρισε για πρώτη φορά ρητά ότι η εμπορία ανθρώπων εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 4 της Σύμβασης, καθιερώνοντας τη νομική υποχρέωση των κρατών να προλαμβάνουν, να προστατεύουν και να διερευνούν τέτοιες υποθέσεις με τη δέουσα επιμέλεια. Η υπόθεση θεωρείται ορόσημο στη νομολογία του ΕΔΔΑ, καθώς εδραίωσε το πλαίσιο των θετικών υποχρεώσεων των κρατών για την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων. |
Chowdury and Others v. Greece (2017, ΕΔΔΑ) Η υπόθεση αφορά εργάτες γης από το Μπαγκλαντές που απασχολούνταν σε καλλιέργειες φράουλας στη Μανωλάδα, υπό εξευτελιστικές και επικίνδυνες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, χωρίς αμοιβή και υπό την απειλή βίας. Όταν οι εργάτες ζήτησαν τα δεδουλευμένα τους, ένοπλοι επιστάτες τους πυροβόλησαν, τραυματίζοντας σοβαρά αρκετούς από αυτούς. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας), διαπιστώνοντας πως οι προσφεύγοντες υπήρξαν θύματα εμπορίας ανθρώπων υπό τη μορφή της καταναγκαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές δεν προστάτευσαν αποτελεσματικά τους εργάτες, δεν εντόπισαν εγκαίρως την εκμετάλλευση, και δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα και δίωξη των υπευθύνων. Η απόφαση επεσήμανε τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους να προλαμβάνει, να ερευνά και να τιμωρεί τέτοια φαινόμενα, διασφαλίζοντας την προστασία των θυμάτων. Μετά την έκδοσή της ασκήθηκε αναίρεση υπέρ του Νόμου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 2/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. |
Η υπόθεση Siliadin κατά Γαλλίας (ΕΔΔΑ, 26.07.2005) αφορά νεαρή από το Τόγκο, η οποία κρατήθηκε στη Γαλλία σε καθεστώς ειλωτείας και καταναγκαστικής εργασίας από οικογένεια που την εκμεταλλευόταν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία παραβίασε το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας), καθώς δεν διέθετε αποτελεσματικό νομικό πλαίσιο για την πρόληψη και τιμωρία τέτοιων φαινομένων. Το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη των βασικών παραγόντων που θεμελιώνουν κατάσταση ειλωτείας, δηλαδή «πέραν της υποχρέωσης παροχής ορισμένων υπηρεσιών για άλλους … η υποχρέωση του “δουλοπάροικου” να ζει στην περιουσία άλλου προσώπου και η αδυναμία να μεταβάλει την κατάστασή του». |
I.C. v. THE REPUBLIC OF MOLDOVA Η υπόθεση I.C. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας (ΕΔΔΑ, 27.02.2025) αφορά γυναίκα με νοητική αναπηρία, η οποία, αφού απομακρύνθηκε από κρατική φροντίδα στο πλαίσιο «αποϊδρυματοποίησης», υπέστη εργασιακή εκμετάλλευση και σεξουαλική κακοποίηση σε αγρόκτημα όπου ζούσε χωρίς αμοιβή. Το Δικαστήριο διαπίστωσε πολλαπλές παραβιάσεις των άρθρων 3, 4, 8 και 14 της ΕΣΔΑ, επισημαίνοντας την ανεπαρκή προστασία και έρευνα των αρχών, καθώς και τη διακριτική και στερεοτυπική στάση απέναντι σε γυναίκα με αναπηρία. Πρόκειται για εμβληματική απόφαση σχετικά με την ευαλωτότητα, την αναπηρία και την έμφυλη διάσταση της εκμετάλλευσης. |
C.N. and V. v. FRANCE (2012, ΕΔΔΑ) Η υπόθεση C.N. και V. κατά Γαλλίας (ΕΔΔΑ, 2012) αφορά δύο ανήλικες αδελφές από το Μπουρούντι, που μεταφέρθηκαν στη Γαλλία από τη θεία τους και τον σύζυγό της — άτομα με διπλωματική ασυλία — και ζούσαν σε συνθήκες εκμετάλλευσης οικιακής εργασίας, χωρίς αμοιβή και με περιορισμούς στην εκπαίδευση και την ελευθερία τους. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Γαλλία παραβίασε το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ ως προς τη μία αδελφή, η οποία δεν πήγαινε σχολείο και ζούσε σε πλήρη απομόνωση, αναγνωρίζοντας ότι βρισκόταν σε καθεστώς αναγκαστικής εργασίας και ειλωτείας. |